ΟΜΙΛΙΑ
ΓΙΑ ΤΗΝ 76η ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΩΝ ΕΥΖΩΝΩΝ
Ο λόγος
που μαζευτήκαμε σήμερα στην πλατεία του μικρού αλλά σημαντικού χωριού μας, των
Ευζώνων, είναι για να τιμήσουμε την μνήμη των πεσόντων στα γεγονότα της 25ης
Απριλίου του 1941. Στην «μάχη των Ευζώνων» έγινε η πρώτη υποστολή εχθρικής- κατοχικής
σημαίας στα νεότερα χρόνια (η υποστολή της γερμανικής σημαίας στον βράχο της
Ακρόπολης από τους Γλέζο και Σάντα ακολούθησε χρονικά).
Τα ξημερώματα της Παρασκευής μετά την
Ανάσταση- που αργούσε για την πατρίδα μας- ημέρα γιορτής της Κυράς μας της Παναγιάς
Ζωοδόχου Πηγής, βουλγαρο-κομιτατζήδες επέδραμαν στο ακριτικό μας χωριό με σκοπό
να λεηλατήσουν, να ατιμάσουν, να σκοτώσουν και να κάμψουν το ηθικό των κατοίκων
του, που αντί να σκύψουν το κεφάλι και να δηλώσουν υποταγή στις δυνάμεις του Άξονα, όρθωναν το ανάστημά τους ενάντια στον κατακτητή
όπως τους επέτασσε η ανυπότακτη ελληνική ψυχή τους.
Αυτή η ανυπότακτη ελληνική ψυχή ήταν από την
αρχαιότητα έως τις ημέρες μας αιτία πρόκλησης φθόνου σε δυνάμεις που υπηρετούν
σκοτεινά συμφέροντα. Αυτός ο «μικρός
λαός που πολεμά δίχως σπαθιά και βόλια για όλου του κόσμου το ψωμί, το φως και
το τραγούδι» όπως λέει ο ποιητής μας Ρίτσος, τα έβαλε αμέτρητες φορές με
ασύμμετρες δυνάμεις. Στον Μαραθώνα υπό την οξυδερκή ηγεσία του Μιλτιάδη και των
Αθηναίων γονάτισε τις μυριάδες ορδές του Δαρείου. Στις Θερμοπύλες εμπνευσμένος
από την γενναιότητα του Λεωνίδα και τις αξίες των Σπαρτιατών ταπείνωσε την
οίηση του Ξέρξη. Στα Γαυγάμηλα με στρατηγό τον ανυπέρβλητο Μακεδόνα Μέγα Αλέξανδρο
απομάκρυνε μια για πάντα τον περσικό κίνδυνο χτυπώντας τον στο σπίτι του και
εκπολίτισε τους βαρβάρους, κάνοντάς τους κοινωνούς του αγλαού Ελληνικού Πνεύματος. Το ’21 μια χούφτα φουστανελάδων
κατόρθωσε το ακατόρθωτο. Τίναξαν από πάνω τους δεσμά 5 αιώνων, που τους
κρατούσαν υπόδουλους στην σκληρή οθωμανική σκλαβιά και οπισθοδρόμηση.
Και τώρα, τι να φοβηθεί; Τους ζωοκλέφτες;
Τους δειλούς που έμπαιναν ξημερώματα στα νοικοκυριά και έκλεβαν τις προίκες από
τις ελληνίδες κόρες; Τους συνεργάτες των Γερμανών, που ταίριαξαν τα άνομα
συμφέροντά τους και βρήκαν ευκαιρία να υλοποιήσουν το σατανικό τους σχέδιο για
να εντάξουν την ιστορική γη της Μακεδονίας στα βουλγαρικά εδάφη; Την γη που κάθε πέτρα της μιλάει ελληνικά,
που κάθε ποτάμι της μαρτυρά την παρουσία του Φιλίππου του Β΄, που κάθε θρόισμα των φύλλων των
δέντρων της, διηγείται τον θρύλο του μεγάλου στρατηλάτη, του Αλέξανδρου που
«πήγε την Κοινή Ελληνική Λαλιά έως μέσα στην Βακτριανή, έως τους Ινδούς» όπως
λέει ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής μας. Δεν είχαμε να φοβηθούμε τίποτα.
Τα σύνορα μας ήταν αφύλακτα από την 6η
Απριλίου του 1941, αποφράδα ημέρα που έπεσε ηρωικά το οχυρό Ρούπελ και οι
Γερμανοί εισέβαλαν στην πατρίδα μας και εγκατέστησαν το αρχηγείο της φρουράς
τους στην Αξιούπολη. Ο βουλγαρικός τακτικός στρατός εισέβαλε στο Γιουγκοσλαβικό
έδαφος από το ύψος της γέφυρας του Στρυμόνα με δυο διλοχίες που εγκαταστάθηκαν
η μια στην πάλαι ποτέ ελληνική πόλη της Γευγελής και η άλλη στο Στογιάκοβο των
Σκοπίων. Έγινε ασμένως
δεκτός από τους κατοίκους της Πογορόβιτσας, Στογίακοβου και της Μπογδάντσας της
γείτονας χώρας.
Στις 20 Απρίλιου, ανήμερα της
Αναστάσεως μια μικρή ομάδα κομιτατζήδων (7
στον αριθμό) πέρασε τον Αξιό ποταμό στο ύψος του Πορθμείου και εισέβαλε στον
αύλειο χώρο του Δημοτικού Σχολείου των Ευζώνων για να αναρτήσει την βουλγαρική
σημαία. Η αντίδραση των Ευζωνιτών ήταν άμεση. Δυο παλικάρια ποντιακής καταγωγής
ο Χρήστος Χιονίδης και ο Γιώργος Αθανασιάδης δίχως να δειλιάσουν στην σκέψη των
αντιποίνων και τις επιπτώσεις που θα είχε η ηρωική τους πράξη, κατεβάζουν
πάραυτα την βουλγαρική σημαία και την κομματιάζουν στην πλατεία του χωριού. Το
γεγονός αυτό, ο εξευτελισμός των βουλγαροκομιτατζήδων από τους Έλληνες, ξυπνάει μέσα τους τον πόθο για εκδίκηση και
μάλιστα με όρους που χαρακτηρίζει την ψυχοσύνθεσή τους. Πριν ακόμα χαράξει η
ημέρα της γιορτής της Ζωοδόχου Πηγής, Εκείνης που χάρισε στον κόσμο τον Υιό της
την Πηγή της Ζωής τον Σωτήρα των ψυχών μας, κόπηκε το νήμα της επίγειας ζωής δύο
νέων παλικαριών, του Συμεώνος Ιωαννίδη και του Αλέξη Γρηγοριάδη. Ο 26χρονος
στρατιώτης Συμεών μόλις είχε γυρίσει από το αλβανικό μέτωπο. Ακούγοντας τους
πυροβολισμούς των βουλγαρο-κομιτατζήδων άρπαξε το όπλο του και στα παρακάλια
της χαροκαμένης μάνας του να μείνει σπίτι γιατί είχε ξεχρεώσει το χρέος του
προς την πατρίδα, πολεμώντας μήνες στα βουνά της βόρειας Ηπείρου, απάντησε
καθησυχαστικά: «μάνα ζέστανέ μου νερό να
πλυθώ όταν γυρίσω» σαν να πρόκειται να πάει να αποκρούσει μια αποστολή
ρουτίνας. Ο δεκαεννέας Αλέξης Γρηγοριάδης άφησε σπίτι του τα πέντε παιδιά του
και την γυναίκα του για να πάει να προασπίσει τα παιδιά και τις γυναίκες όλων
των συγχωριανών του. Ο Αλέξης και ο Σίμος δεν γύρισαν ποτέ ζωντανοί στους
αγαπημένους τους. Έφυγαν ημέρα
γιορτινή, σκεπασμένοι με το μαφόρι της Παναγιάς, δοξασμένοι, φορώντας στα μαλλιά
τους κότινο νίκης. «Των ανδρειωμένων ο θάνατος, θάνατος δεν λογιέται»…
Παρασκευή της Διακαινισίμου της
εορταστικής εβδομάδας των ορθοδόξων Χριστιανών, το χωριό βάλλεται πανταχόθεν
και βυθίζεται στο πένθος πριν ακόμα προλάβει ο ιερέας να ψάλει το απολυτίκιο «Ο
ναός σου Θεοτόκε ανεδείχθη παράδεισος». Οι Σκοπιανοί κομιτατζήδες υπό την
στήριξη τάγματος του αδελφού τους Βουλγάρικου τακτικού στρατού επιτίθενται στο
χωριό μας, βάζουν φωτιές στα σπαρτά, στα σπίτια, λεηλατούν, τρομοκρατούν κατά
την προσφιλή τους συνήθεια (κατά τα ήθη και τα έθιμα τους).
Μαζεύουν τις γυναίκες, τα παιδιά, τους γέροντες
και τους άντρες που έπιασαν αιχμάλωτους και τους οδηγούν στο χωριό Πογορόβιτσα
που απέχει 300 μέτρα από τα σύνορα. Εκεί για ώρες ατελείωτες βασάνιζαν τους
συγχωριανούς μας επιδεικνύοντας την δύναμή τους. Δύναμη όμως που αντλείται από
τα όπλα και όχι από την ψυχή, από το άδικο και όχι από το δίκιο, από το σκοτάδι
και όχι από το φως, είναι αδυναμία, και αυτός που την κατέχει συντρίβεται ως
σκεύος κεραμέως. Και ω του θαύματος ένας νεαρός από το διπλανό χωριό Μικρό
Δάσος, ο Σωκράτης Ακριτίδης, πληροφορείται το κακό που πάει να συμβεί και
τρέχει με το ποδήλατό του έως την Αξιούπολη για να ειδοποιήσει την γερμανική
φρουρά για την ασυδοσία των Βουλγάρων. Ακόμα και η ανάλγητη γερμανική φρουρά
κινητοποιείται μπροστά στην βέβηλη πράξη στην οποία προτίθενται να προβούν οι συνεργάτες της, και σταματάει
την σφαγή, απευθύνοντας αυστηρή σύσταση στον αξιωματικό της Βουλγαρικής
διλοχίας και επικρίνοντάς τον για την συνεργασία του με τους σκοπιανούς
κομιταζήδες, σε μια περιοχή που ανήκε στη δικαιοδοσία της Γερμανικής φρουράς. Ο
Βούλγαρος αξιωματικός ντροπιασμένος απολογήθηκε πως τον ξεγέλασαν κάτοικοι των
χωριών Πογορόβιτσας, Στογιάκοβου και Μπογδάντσας.
Σε κλίμα συγκίνησης οι χωριανοί μας,
γλιτώνοντας από θαύμα, γυρίζουν πίσω στο χωριό μας. Μια μάνα, η Χαρίκλεια,
τρέχει να δει εάν ζει το 40ημερών βρέφος της, ο Ελευθέριος όπως βαφτίστηκε
αργότερα (παππούς δυο εγγονών σήμερα), τον οποίο είχε αφήσει τυλιγμένο στην
κουβέρτα του κάτω από μια γέφυρα, για να τον σώσει από τον βέβαιο θάνατο που
θεωρούσε ότι οδηγούσαν την ίδια. Σαράντα περίπου ηλικιωμένοι άνδρες όμως
οδηγούνται στις άθλιες φυλακές της Γευγελής από τις οποίες απελευθερώνονται την
επόμενη ημέρα, εκτός από δώδεκα, μεταξύ των οποίων ο Μιλτιάδης Κουρτίδης από
την Ποντοηράκλεια. Αυτοί κρατήθηκαν όμηροι και βασανίσθηκαν σκληρά στις φυλακές
της Στρώμνιτσας για ένα τρίμηνο. Μετά την αποφυλάκισή του ο Μίλτος γυρίζει στο
χωριό του αλλά υποκύπτει στα τραύματά του από τα βασανιστήρια και την
ταλαιπωρία που υπέστη.
Η περιώνυμη αντίσταση της μάχης των Ευζώνων της
25 Απριλίου του 1941, πρέπει να συγκαταλεχθεί ως πράξη εθνικής αντίστασης όχι
μόνο στην συλλογική συνείδηση αλλά και στα βιβλία της σύγχρονης ιστορίας. Οι Έλληνες αμυνόμενοι προκάλεσαν 13 ανθρώπινες απώλειες στην πλευρά των
επιτιθέμενων βουλγαρο-κομιτατζήδων.
Από την πλατεία αυτού του μικρού αλλά ταυτόχρονα και μεγάλου ακριτικού
χωριού του Δήμου Παιονίας, μπροστά στο μνημείο των 9 Ευζώνων των ηρωικών παλικαριών που έχυσαν το αίμα τους για την απελευθέρωση της
Μακεδονίας, κλείνω νοερά το γόνυ στην θυσία των δύο παππούδων μου. Κλείνουμε το
γόνυ στην θυσία όλων εκείνων που πολέμησαν για την Ελλάδα και την ορθόδοξή μας
πίστη. Είμαστε περήφανοι για την θυσία των πατριωτών μας και εμπνεόμαστε από
τους αγώνες τους.
Τιμή σ’ εκείνους όπου στην
ζωή των όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ιωαννίδου Π. Αλεξία
Πολιτισμική διαχειρίστρια Δήμου Παιονίας
